Καλώς ήλθατε στο ιατρείο μας

Εδώ πραγματοποιούνται οι παρακάτω εξετάσεις:
* ηλεκτρομυογράφημα
* ηλεκτρονευρογράφημα
* εγκεφαλογράφημα

και διερευνούμε τις παρακάτω παθήσεις:
* αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια
* άνοια - διαταραχές μνήμης
* κεφαλαλγία
* νόσος Πάρκινσον
* επιληψία
* πολυνευροπάθειες
* διαταραχές νευρομυικής σύναψης (μυασθένεια) - μυοπάθειες
* σκλήρυνση κατά πλάκας

Εξετάσεις

Αποτελεί συμπληρωματική του ηλεκτρονευρογραφήματος διαγνωστική εξέταση η οποία πραγματοποιείται με την είσοδο λεπτής βελόνας (με διάμετρο μικρότερη από 0,5χιλ) στο εσωτερικό προσεκτικά επιλεγμένων μυών και καταγραφή διαφορών δυναμικού που παραγονται αυτόματα ή κατά την εκούσια σύσπαση ομάδων μυικών ινών. Το ηλεκτρομυογράφημα μας δίνει σημαντικές πληροφορίες σε περιπτώσεις βλάβης ριζών, νεύρων και μυών. Τα νοσήματα που διερευνούνται με τη βοήθεια του ηλεκτρομυογραφήματος είναι οι μυοπάθειες, οι πολυνευροπάθειες και οι ριζοπάθειες.

Αποτελεί μια ενοχλητική για τον άρρωστο διαγνωστική εξέταση η οποία όμως παρέχει πληροφορίες για τη λειτουργία-φυσιολογία των κινητικών και αισθητικών νεύρων οι οποίες δε μπορούν να αποκτηθούν με άλλο μέσο. Της εξέτασης προηγείται λεπτομερής κλινική εξέταση για την κατάλληλη επιλογή των νεύρων που θα μελετηθούν. Έπειτα πραγματοποιείται διέγερση των περιφερικών νεύρων σε διαφορετικά σημεία της πορείας τους στα άκρα και καταγραφή με επιφανειακά ηλεκτρόδια διαφορών δυναμικού τόσο από μύες που νευρώνουν (κινητικά νεύρα) όσο και από τα ίδια τα νεύρα (αισθητικά νεύρα). Το ύψος των καταγραφόμενων δυναμικών αλλά και οι ταχύτητες αγωγής των νεύρων γίνονται παθολογικές σε πληθώρα παθήσεων των νεύρων. Το ηλεκτρονευρογράφημα προσφέρει σημαντικές πληροφορίες για το είδος της πολυνευροπάθειας και σε συνδυασμό με άλλες διαγνωστικές εξετάσεις, για τον καθορισμό της κατάλληλης θεραπευτικής αντιμετώπισης. Επιπλέον αποτελεί πολύτιμο εργαλείο για τη διερεύνηση συμπιεστικών νευροπαθειών (πχ. σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα) αλλά και ριζίτιδων (πχ. από κήλη μεσοσπονδυλίου δίσκου).

Αποτελεί μια ανώδυνη-μη επεμβατική διαγνωστική μέθοδο που προσφέρει χρήσιμες πληροφορίες για τη λειτουργία-φυσιολογία του εγκεφάλου. Πραγματοποιείται με την τοποθέτηση επιφανειακών ηλεκτροδίων στο κρανίο τα οποία καταγράφουν τις μεταδιδόμενες διαφορές δυναμικού μεταξύ ζευγών σημείων που αντιστοιχούν σε διαφορετικές εγκεφαλικές περιοχές. Σε αντίθεση με τις απεικονιστικές μεθόδους οι οποίες μας δίνουν στιγμιαίες ανατομικές εικόνες του εγκεφάλου, το ΗΕΓ δίνει πληροφορίες για τη λειτουργία του εγκεφάλου για το χρονικό διάστημα που διαρκεί η εξέταση (περίπου 30’). Παρουσιάζει ως μέθοδο μεγάλη ευαισθησία και μας δείχνει έγκαιρα ενδείξεις εγκεφαλικής δυσλειτουργίας, αλλά μικρή ειδικότητα μη μπορώντας τις περισσότερες φορές να οδηγήσει σε ακριβή διάγνωση χωρίς τη βοήθεια του ιστορικού, της κλινικής εξέτασης και συμπληρωματικών διαγνωστικών εξετάσεων. Αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της διερεύνησης των επιληπτικών κρίσεων και βοηθά στη σωστή ταξινόμησή τους, την ενσωμάτωσή τους σε επιληπτικά σύνδρομα ώστε να επιτευχθεί η κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή και προγνωστική συμβουλευτική. Επίσης το εγκεφαλογράφημα προσφέρει χρήσιμες πληροφορίες σε ανοϊκές συνδρομές, εγκεφαλοπάθειες (οργανικά ψυχοσύνδρομα) αλλά και χωροκατακτητικές εξεργασίες.

Παθήσεις

Αποτελούν μία από τις συχνότερες, αλλά με δυνατότητα πρόληψης, νευρολογικές παθήσεις. Το εγκεφαλικό προκαλείται συνήθως έπειτα από θρόμβωση ή αιμορραγία από κάποιο αγγείο που αρδεύει συγκεκριμένη περιοχή του εγκεφάλου. Η συμπτωματολογία εξαρτάται από την περιοχή του εγκεφάλου που βλάπτεται και οδηγεί σε απώλεια κάποιας συγκεκριμένης λειτουργίας, για παράδειγμα μυική αδυναμία σε κάποιο άκρο ή διαταραχές λόγου (αφασία). Στόχοι του νευρολόγου αποτελούν η ανατομική εντόπιση της βλάβης μέσω της κλινικής εξέτασης, η ανεύρεση του αιτίου με τη βοήθεια παρακλινικών εξετάσεων, η προσπάθεια για ταχύτερη λειτουργική αποκατάσταση του ασθενούς (με τη συνδρομή φυσικοθεραπευτή, λογοθεραπευτή) και η δευτερογενής πρόληψη, η προσπάθεια δηλαδή τροποποίησης των παραγόντων κινδύνου (πχ. Αρτηριακή υπέρταση, δυσλιπιδαιμία) ώστε να αποφευχθεί παρόμοιο επεισόδιο στο μέλλον.

Με την αύξηση του μέσου όρου ηλικίας του ελληνικού πληθυσμού, ο επιπολασμός των ανοϊκών συνδρομών παρουσιάζει ανάλογη αύξηση. Η διάγνωση της άνοιας προϋποθέτει τη διαπίστωση έκπτωσης σε περισσότερες από μία γνωστικές λειτουργίες (πχ. μνήμη, λόγος, πράξη) που οδηγούν σε δυσκολία του ατόμου να ανταπεξέλθει στις καθημερινές του δραστηριότητες και διαπροσωπικές σχέσεις. Η άνοια αποτελεί συνήθως μια εκφυλιστική νόσο με προϊούσα πορεία. Στόχος του νευρολόγου είναι καταρχήν να θέσει τη διάγνωση της άνοιας μεταξύ άλλων νοσημάτων που τη μιμούνται και έπειτα να διερευνήσει μήπως πρόκειται για δευτεροπαθή μορφή (περίπου 10%), που μπορεί δηλαδή να αντιμετωπιστεί αιτιακά και αποτελεσματικά. Στην περίπτωση της νόσου Alzheimer που αποτελεί τη συνηθέστερη μορφή άνοιας ο νευρολόγος καλείται να χορηγήσει φαρμακευτική αγωγή που καθυστερεί την εξέλιξη της νόσου, και να αντιμετωπίσει διαταραχές συμπεριφοράς που εμφανίζονται στα όψιμα στάδια της νόσου. Εξίσου σημαντική είναι η «εκπαίδευση» του περιβάλλοντος του αρρώστου ώστε να μπορέσει να ανταπεξέλθει στις δυσκολίες της καθημερινής συμβίωσης με τον ασθενή.

Οι περισσότεροι άνθρωποι ταλαιπωρούνται κάποια στιγμή της ζωής τους από κεφαλαλγία. Μεταξύ των πολλών διαφορετικών υπότυπων κεφαλαλγίας ξεχωριστής αναφοράς χρήζουν οι ημικρανίες και οι κεφαλαλγίες τάσεως. Οι ημικρανίες αφορούν περισσότερο τις γυναίκες, έχουν κληρονομική προδιάθεση και διακρίνονται για τον έντονο σφύζων χαρακτήρα με συνοδό φωτοφοβία, φωνοφοβία, ναυτία και εμέτους που περιορίζουν για ημέρες το άτομο από τις καθημερινές του δραστηριότητες. Στόχος του νευρολόγου είναι να θέσει τη σωστή διάγνωση και να χορηγήσει την κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή τόσο αποτρεπτική κατά την έναρξη της κρίσης όσο και προφυλακτική για τη μείωση της συχνότητας των κρίσεων. Οι κεφαλαλγίες τάσεως είναι συχνότερες αλλά και ηπιότερες σε ένταση. Η αντιμετώπισή τους προϋποθέτει πολύπλευρη προσέγγιση λόγω της πολυπαραγοντικής αιτιολογίας.

Ανήκει στις κινητικές διαταραχές και αποτελεί νευροεκφυλιστική νόσο με απώλεια νευρώνων σε συγκεκριμένη εγκεφαλική περιοχή που οδηγεί σε συμπτώματα όπως ο τρόμος των άκρων, η δυσκαμψία, η βραδύτητα των κινήσεων και η απώλεια των αντανακλαστικών στάσης και βάδισης με συνέπεια την επιρρέπεια στις πτώσεις. Η νόσος του Πάρκινσον οφείλεται σε μείωση των επιπέδων της ντοπαμίνης (νευροδιαβιβαστή) σε συγκεκριμένες εγκεφαλικές περιοχές οπότε και η θεραπεία της στοχεύει σε αύξηση των επιπέδων ντοπαμίνης και είναι αρκετά αποτελεσματική τουλάχιστον στα αρχικά στάδια της νόσου.

Η επιληψία αποτελούσε για αιώνες κοινωνικό στίγμα για τον άρρωστο τόσο εξαιτίας της θορυβώδους κλινικής της εικόνας όσο και εξαιτίας της άγνοιας της παθογένειάς της. Σημαντικό δομικό συστατικό της στοιχείο αποτελούν οι επιληπτικές κρίσεις που προκαλούνται από παθολογική υπερσυγχρονισμένη εκφόρτιση νευρωνικών ομάδων και εκδηλώνονται κλινικά αναλόγως με την εγκεφαλική περιοχή που συμμετέχει. Ο ρόλος του νευρολόγου έγκειται στην αξιολόγηση των κρίσεων αν είναι όντως επιληπτικές, την ταξινόμησή τους σε συγκεκριμένα επιληπτικά σύνδρομα που επηρεάζει τόσο την πρόγνωση όσο και τη θεραπευτική αντιμετώπιση. Σημαντική παρακλινική εξέταση που συμβάλλει στην ταξινόμηση των κρίσεων αποτελεί το ηλεκτροεγκεφαλογράφημα (ΗΕΓ). Τα νεότερα αντιεπιλητπικά φάρμακα επιτυγχάνουν έλεγχο των κρίσεων σε υψηλό ποσοστό και παράλληλα παρουσιάζουν ήπιες παρενέργειες.

Η μεταφορά των κινητικών (για την κίνηση των μελών) αλλά και αισθητικών (πχ. αφή, πόνος) ερεθισμάτων από και προς το κεντρικό νευρικό σύστημα διαμεσολαβείται από τα νεύρα. Όταν αρκετά νεύρα βλάπτονται από κάποια αιτία, προκαλείται πολυνευροπάθεια η οποία εκδηλώνεται με συμπτώματα τόσο κινητικά (πχ. μυική αδυναμία) όσο και αισθητικά (πχ. πόνοι, μουδιάσματα). Τα πιθανά αίτια μιας πολυνευροπάθειας είναι πολυάριθμα. Σκοπός του νευρολόγου είναι να πιστοποιήσει με τη βοήθεια της κλινικής εξέτασης και του ηλεκτρομυνευρογραφήματος-ηλεκτρομυογραφήματος (ΗΝΓ-ΗΜΓ) πως τα συμπτώματα του αρρώστου οφείλονται σε πολυνευροπάθεια κι έπειτα να αναζητήσει το πιθανό αίτιο. Αναλόγως της αιτίας προτείνεται η κατάλληλη θεραπεύτικη αγωγή η οποία μπορεί να στοχεύει στην ίαση ή την συμπτωματική ανακούφιση του ασθενούς.

Η νευρομυική σύναψη αποτελεί το σημείο επικοινωνίας των νεύρων με τους μύες ώστε να μπορεί να μεταφερθεί το ερέθισμα από τον εγκέφαλο στην περιφέρεια και να επιτευχθεί η κίνηση. Απαραίτητο μόριο γι αυτή την επικοινωνία είναι η ακετυλοχολίνη. Η πιο συχνή πάθηση της νευρομυικής σύναψης είναι η μυασθένεια που αποτελεί πρότυπο αυτοάνοσο νόσημα και οφείλεται σε παραγωγή αυτοαντισωμάτων που καταστρέφουν διάφορα συστατικά της νευρομυικής σύναψης οδηγώντας σε μυική αδυναμία που επιτείνεται με την κόπωση. Η κλινική εξέταση καταρχήν, η εύρεση των αυτοαντισωμάτων στο αίμα, και μια νευροφυσιολογική εξέταση (δοκιμασία πολλαπλών ερεθισμών κατά DESMEDT) βοηθούν στο να πιστοποιηθεί η διάγνωση. Η θεραπεία της νόσου περιλάμβάνει φάρμακα που καταστέλλουν το ανοσοποιητικό σύστημα (μειώνοντας την παραγωγή αυτοαντισωμάτων) και ενισχύουν τα επίπεδα της ακετυλοχολίνης στη σύναψη. Μυική αδυναμία μπορεί να προκληθεί και σε περίπτωση παθήσεων των μυών που αποτελούν τους τελικούς αποδέκτες των κινητικών ερεθισμάτων από τον εγκέφαλο για την επιτέλεση της κίνησης. Πληθώρα αιτίων (πχ. κληρονομικά, μεταβολικά, φαρμακευτικά) προκαλούν μυοπάθειες και η σωστή διάγνωση προϋποθέτει το ιστορικό, την κλινική εξέταση και τη διενέργεια παρακλινικών εξετάσεων (αιματολογικές εξετάσεις, ηλεκτρομυογράφημα, βιοψία μυός). Τις περισσότερες φορές η θεραπεία είναι υποστηρικτική (φυσικοθεραπεία) με στόχο την ενδυνάμωση των πασχόντων μυών.

Αποτελεί σχετικά συχνή σε νεότερες ηλικίες αυτοάνοση νόσο στην οποία καταστρέφεται το έλυτρο της μυελίνης που περιβάλλει τους νευράξονες με αποτέλεσμα τη μη σωστή μεταφορά των ερεθισμάτων από και προς τον εγκέφαλο. Συνήθως η σκλήρυνση εκδηλώνεται επεισοδιακά (κατά ώσεις) με επεισόδια τοπικής φλεγμονής και δυσλειτουργίας που υποχωρώντας ενδέχεται να αφήσει κάποιο νευρολογικό υπόλειμμα. Η συμπτωματολογία της νόσου εξαρτάται από την περιοχή του εγκεφάλου που βλάπτεται και μπορεί να περιλαμβάνει μείωση της οπτικής οξύτητας, αστάθεια βάδισης, μουδιάσματα, μυική αδυναμία κ.α. Εκτός από το ιστορικό και την κλινική εξέταση, στη διάγνωση της νόσου βοηθούν ο απεικονιστικός έλεγχος (μαγνητικές τομογραφίες) και η οσφυονωτιαία παρακέντηση. Τις τελευταίες δεκαετίες υπάρχει πρόοδος στη θεραπεία της νόσου με την επιστράτευση ανοσοτροποποιητικών σκευασμάτων που μεταβάλλουν τη φυσική της πορεία μειώνοντας τη συχνότητα των επεισοδίων.

© Copyright Νευρολογικό ιατρείο Αποστολία Γκίκα - Χρήστος Μόσχοβος, 2020